Ξέχασες το κωδικό; Κάνε εγγραφή!
Πέμπτη, 21 Οκτώβριος 2010 08:19
Rate this item
(8 ψήφοι)

Ο φετιχισμός και οι αιτιολογίες του

Σκίτσο του Γάλλου Maele van Martin από την παράσταση του έργου του "Pierre Mac Orlan" το  1926. Σκίτσο του Γάλλου Maele van Martin από την παράσταση του έργου του "Pierre Mac Orlan" το 1926.

 

ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ

Ιστορία Η λέξη "fetish" προέρχεται από την Πορτογαλική fetico. Οι γλωσσολόγοι πιστεύουν ότι η λέξη δημιουργήθηκε μετά την ανακάλυψη από τους Πορτογάλους εξερευνητές του 15ου αιώνα καποιων ξύλινων ή πέτρινων ομοιωμάτων λατρείας ιθαγενών της Δ. Αφρικής. Το 1760 ο Γάλλος ανθρωπολόγος Charles de Brosses μελέτησε το ρόλο των ομοιωμάτων αυτών χρησιμοποιώντας τον όρο fetico. Έναν αιώνα αργότερα ο όρος fetishism χρησιμοποιήθηκε για το χαρακτηρισμό ειδικών σεξουαλικών συμπεριφορών από τους Binet (1887) και Krafft-Ebing (1886/1965).

 

Όπως με τις άλλες σεξουαλικές διαταραχές ο όρος "φετιχισμός" αφορά ένα φάσμα σκέψεων και συμπεριφορών που κυμαίνονται από το φυσιολογικό έως το ανώμαλο. Οι γνώσεις όμως για το πρότυπο της φυσιολογικής συμπεριφοράς είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και χωρίς ακριβείς λεπτομέρειες σχετικά με τη φυσιολογικότητα είναι πράγματι αδύνατον να ορισθεί το "παρεκκλίνον " ή "ανώμαλο". Διαγνωστικά κριτήρια Τόσο το ICD-10 (International Classification of Diseases 10) της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (1988), όσο και το DSM-IV (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρίας (1994), περιλαμβάνουν τον φετιχισμό σαν ξεχωριστή υποκατηγορία. Το ICD-10 τον περιλαμβάνει στις "διαταραχές σεξουαλικής προτίμησης", ενώ το DSM-IV τον περιλαμβάνει στις "παραφιλίες". Και τα δύο ταξινομητικά συστήματα ορίζουν τον φετιχισμό σαν τη διαταραχή που χαρακτηρίζεται από τη χρήση ή εμμονή σε αντικείμενα που χρησιμοποιούνται σαν ερεθίσματα με σκοπό τη σεξουαλική διέγερση και την ευχαρίστηση. Το ICD-10 δηλώνει ότι η διαταραχή θα πρέπει να διαγνωστεί μόνο εάν το φετιχιστικό αντικείμενο είναι η πλέον σημαντική πηγή ευχαρίστησης, και οι φετιχιστικές φαντασιώσεις παρεμβαίνουν στη φυσιολογική σεξουαλική πράξη σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκαλείται στο άτομο σημαντική δυσφορία.

 

Τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-IV για το φετιχισμό είναι:

 

Α. Για πάνω από 6 μήνες, επαναλαμβανόμενες και επίμονες σεξουαλικές φαντασιώσεις, επιθυμίες, ή συμπεριφορές που περιλαμβάνουν τη χρήση αντικειμένων (πχ. γυναικεία εσώρουχα).

Β. Οι σεξουαλικές αυτές φαντασιώσεις, επιθυμίες και συμπεριφορές προκαλούν σημαντική κλινική δυσφορία ή διαταραχή στην κοινωνική, εργασιακή, ή άλλη σημαντική περιοχή της λειτουργικότητας.

Γ. Τα φετιχιστικά αντικείμενα δεν περιορίζονται μόνο σε είδη γυναικείων ρούχων (όπως στον μετενδυματικό φετιχισμό) ή σε αντικείμενα σχεδιασμένα με σκοπό τη γεννητική ευχαρίστηση (πχ. δονητής).

 

Το DSM-IV ορίζει χωριστή κατηγορία για την μεροφιλία (partialism) στις "παραφιλίες μη-προσδιοριζόμενες αλλιώς", ενώ το ICD-10 αν και δεν την ορίζει, δίνει τη δυνατότητα να καταταχθεί στις "άλλες διαταραχές σεξουαλικής προτίμησης". Ερευνητές έχουν προτείνει τη θεώρηση της μεροφιλίας σαν φετιχισμό, αφενός γιατί έχουν κοινό υπόβαθρο και αφετέρου γιατί ο διαχωρισμός τους μειώνει σημαντικά το πεδίο της ένοιας του φετιχισμού (Bancroft, 1989).

 

Η "νεκροφιλία", η "ζωοφιλία", η "κοπροφιλία", και η "ουροφιλία", κατατάσσονται επίσης στις ίδιες κατηγορίες, αν και κάποιοι θεωρητικοί προτείνουν την κατάταξή τους στον φετιχισμό (Stoller, 1986). Επιδημιολογία Όπως με όλες τις σεξουαλικές διαταραχές δεν υπάρχουν σαφή επιδημιολογικά στοιχεία για τον φετιχισμό. Είναι ευρέως γνωστό όμως, ότι, ο παθολογικός φετιχισμός είναι σπάνιος. Βρέθηκε ότι, μόνο 0,8% των ψυχιατρικών ασθενών που παρακολουθούνταν επί μία 20ετία ήταν φετιχιστές (Chalkley & Powell, 1983). Οι Gosselin & Wilson (1980), αντίθετα, βρήκαν ότι φετιχιστικές φαντασιώσεις υπήρχαν στο 60% περίπου του δείγματος των παραφιλικών και στο 18% των φυσιολογικών. Τα αντιτιθέμενα αυτά αποτελέσματα, εκτός των άλλων, υποδηλώνουν ότι ένα μικρό μόνο ποσοστό των φετιχιστών ζητούν θεραπεία.

 

Ο φετιχισμός είναι σημαντικά πιο συχνός στους άνδρες. Η επικράτηση αυτή θεωρήθηκε ότι οφείλεται στην οπτική φύση του φετιχισμού και στην υψηλότερη ευαισθησία των ανδρών στα οπτικά ερεθίσματα (Gosselin & Wilson, 1980). O Flor-Henry (1987) ενοχοποιεί τη διαφορετική λεκτική και γνωσιακή λειτουργικότητα στους άνδρες, σε σχέση με τις γυναίκες, γεγονός που οφείλεται στο διαφορετικό ρυθμό ανάπτυξης και τρόπο πλαγίωσης του εγκεφάλου κατά την εμβρυική ηλικία, λόγω της διαφορετικής έκθεσης στην τεστοστερόνη. Κλινικά χαρακτηριστικά Οι Chalkley και Powell (1983), μελέτησαν 48 φετιχιστές και βρήκαν ότι χρησιμοποιούσαν ποικίλα αντικείμενα, όπως, ρούχα, μαλακά υλικά, παπούτσια, δερμάτινα ή λαστιχένια εξαρτήματα, με ποικίλους τρόπους, όπως, χαιδεύοντας, γλύφοντας, τρίβοντας, καίγοντας, κόβοντας, κοιτάζοντας ή παρακολουθώντας κάποιον άλλον να τα χρησιμοποιεί.

 

Συγκεκριμένα βρήκαν ότι το 58% χρησιμοποιούσε σαν φετίχ ρούχα, το 23% λαστιχένια ή πλαστικά εξαρτήματα, το 15% υποδήματα, και το 15% μέρη του σώματος, με κύρια προτίμηση το πόδι. Επίσης, το 35% είχαν ένα φετίχ, και το 45% τρία ή περισσότερα φετίχ. Πέραν του φετιχισμού, οι 16 είχαν μία επιπλέον, και οι 13, δύο επιπλέον ψυχιατρικές διαγνώσεις. Οι Gosselin και Wilson (1980), μελέτησαν 125 φετιχιστές, συγκρίνοντάς τους με φυσιολογικούς, σαδομαζοχιστές, και μετενδυματικούς. Βρήκαν ότι οι φετιχιστές παρουσίαζαν σημαντική αλληλεπικάλυψη του φαντασιωσικού υλικού με τους σαδομαζοχιστές, υψηλότερα σκορ στις παραμέτρους "εσωστρέφεια" και "συναισθηματικότητα" στο ερωτηματολόγιο προσωπικότητας Eysenck, καθώς και χαμηλότερη συχνότητα αναφοράς της μητέρας τους σαν "καλή γυναίκα".

 

Ο McConaghy (1993), παρατήρησε στους φετιχιστές ότι υπήρχε ισχυρό ενδιαφέρον για το φετιχιστικό αντικείμενο από παιδικής ηλικίας, και ότι το ενδιαφέρον μετατρέπεται σε σεξουαλική διέγερση κατά την εφηβεία. Σε δείγμα φετιχιστών που προέρχονταν από θεραπευτικό κέντρο βρέθηκε συνυπάρχουσα διάγνωση παιδοφιλίας, μαζοχισμού και μετενδυματικού φετιχισμού σε ποσοστά 41%, 33% και 33% αντίστοιχα. Επισης βρέθηκε ότι η συνύπαρξη φετιχισμού σε παιδόφιλους ήταν 22%, σε ηδονοβλεψίες 15%, σε άτομα με τηλεφωνική σκατολογία 25%, με δημόσιο αυνανισμο 18%, και ζωοφιλία 33% (Abel & Osborn, 1992). Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο ο φετιχιστής να κλέβει το φετίχ που προτιμά. Βρέθηκε ότι, το 25% των φετιχιστών προβαίνει σαυτή τη πράξη (Chackley & Powell, 1983).

 

Υπάρχουν όμως και περιστατικά βιαιότερων εγκλημάτων. Παρατηρήθηκαν φόνοι με κεντρικό σημείο το φετιχιστικό αντικείμενο. Οι Snow & Bluestone (1969), μελετώντας τα περιστατικά αυτά υπέθεσαν ότι ο φετιχισμός είναι μία άμυνα απέναντι στην επιθυμία του φετιχιστή να σκοτώσει ή να βλαψει. Η άποψη όμως που επικρατεί είναι ότι ο φετιχισμός από μόνος του δεν συνδέεται με τη βία, αλλά απαιτείται η συνύπαρξη κάποιας ψυχιατρκής διαταραχής για να εμφανιστεί (Langevin, 1983).

 

Η επιλογή του φετίχ: Αν και υπάρχουν κάποιες περιγραφές με αλλόκοτα φετίχ, κάποιοι συγκεκριμένοι τύποι αντικειμένων φαίνεται να χρησιμοποιούνται σταθερά από την πλειονότητα των φετιχιστών. Οι ερευνητές προσπάθησαν να εξηγήσουν γιατί κάποια αντικείμενα χρησιμοποιούνται συχνότερα σαν φετίχ, ενώ συγχρόνως έγιναν προσπάθειες ομαδοποίησης των αντικειμένων αυτών. Παλαιότερες ομαδοποιήσεις πρότειναν το φετίχ: σαν μέρος του γυναικείου σώματος, σαν μέρος της γυναικείας ενδυμασίας, και σαν κάποιο ειδικό υλικό (Krafft-Ebing (1886/1965). Άλλοι, το ομαδοποιούν στο φετίχ σαν άψυχο αντικείμενο και στο φετίχ σαν μέρος τού σώματος, δίνοντας βάση επίσης στην υφή του υλικού,όπως δερμάτινη, λαστιχένια, μαλακή, και στη λειτουργία του υλικού,όπως, παπούτσια, ζώνη, ζαρτιέρες (Gebhard, 1969).

 

Ο Epstein (1969,1975), μελέτησε τα κυρότερα χαρακτηριστικά των φετιχιστικών αντικειμένων, όπως, λαμπερότητα, υφή, σχήμα και μυρωδιά, εξετάζοντας τις ποιότητες αυτές με όρους ανάπτυξης του φύλου και αντιληπτικής προτίμησης. Υποστήριξε ότι υπάρχει ισχυρή συσχέτιση των φετίχ με την μητέρα καθώς και με άλλα σημαντικά πρόσωπα του ατόμου, ενώ συγχρόνως υπάρχει συσχέτιση με μέρη του σώματος ή με όλο το σώμα και ταυτόχρονα έχουν την ιδιότητα να εφαρμόζονται στο σώμα. Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι το φετίχ συμβολίζει την ταυτοποίηση, ή ακόμα και την ενσωμάτωση, με το επιθυμώμενο πρόσωπο και δημιουργείται σε κάποιο κριτικό στάδιο της ανάπτυξης.

 

Ο Bancroft (1989), εντόπισε τρεις βασικές κατηγορίες σεξουαλικών ερεθισμάτων στους φετιχιστές:

 

1. Ένα μέρος του σώματος

2. Μία άψυχη επέκταση του σώματος, όπως ένα εξάρτημα ενδυμασίας

3. Μία πηγή ειδικού ερεθίσματος αφής, όπως η υφή ενός ειδικού υλικού.

 

Η ταξινόμηση αυτή μοιάζει αρκετά με αυτήν του Krafft-Ebing που περιγράφηκε ένα αιώνα πριν. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα ήταν δημοφιλή για τους φετιχιστές το βελούδο και το μετάξι, ενώ στις μέρες μας αυτά έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό με το λάστιχο και το δέρμα. Εκτός από τη διαθεσιμότητα, πολιτισμικοί παράγοντες φαίνεται να επηρεάζουν την επιλογή ενός φετίχ. Τέλος, έχει μελετηθεί ο ρόλος της οσμής του φετίχ, αν και τα περισσότερα θεωρητικά μοντέλα δίνουν έμφαση στη σπουδαιότητα του οπτικού ερεθίσματος για την επιλογή του.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Ψυχαναλυτικές θεωρίες

 

Στις ψυχαναλυτικές υποθέσεις η αναπαράσταση του φετίχ έχει έναν κεντρικό ρόλο. Ο Freud (1905/1962), δήλωσε ότι η επιλογή του φετίχ προσδιορίζεται από τραυματικές εμπειρίες της παιδικής περιόδου. Ανέπτυξε την ένοια του "άγχους ευνουχισμού", υποθέτοντας ότι το φετιχιστικό αντικείμενο αναπαριστά το πέος που προστατεύει τον άνδρα από το φόβο του ευνουχισμού. Ο Nagler (1957), συνοψίζοντας τις ψυχαναλυτικές απόψεις σχετικά με τον φετιχισμό, τόνισε ότι ο φετιχιστής είναι ένα άτομο που προσπαθεί να ξεπεράσει τη χαμηλή αυτοπεποίθηση και τα αισθήματα ανικανότητας μέσα από τη χρήση ενός άψυχου αντικειμένου, του φετίχ. Προχωρώντας πέρα από τις απόψεις αυτές, ο Zavitsianos (1971), περιγράφοντας μία ασθενή, υπέθεσε ότι το φετίχ λειτουργούσε σαν μεταβατικό αντικείμενο με σκοπό να διατηρηθεί η αίσθηση της ταυτότητας του εγώ ενώ ο Stoller (1979), είδε τη φετιχιστική πράξη σαν έναν θρίαμβο έναντι κάποιου πρώιμου τραύματος.

 

Συμπεριφορικές θεωρίες: Οι θεωρίες αυτές προτείνουν ότι το σύστημα κλασσικής εξάρτησης μπορεί να επηρρεαστεί από ποικίλα ερεθίσματα τα οποία μοιάζουν συνήθως με κάποια χαρακτηριστικά του δυνητικού συντρόφου. Στην περίπτωση του φετιχιστή η σεξουαλική απάντηση είναι εξαρτημένη με ένα ασυνήθιστο ερέθισμα, όπως, παπούτσι, τσάντα, ή πόδι. Η σεξουαλική αυτή έλξη καταλήγει να γίνει ισχυρότερη από την έλξη για τη σύντροφο. Κάποιοι ερευνητές έχουν κατορθώσει, μέσω της κλασσικής εξάρτησης, να αναπτύξουν την ικανότητα σε φυσιολογικούς άνδρες να έχουν στύση, σαν απάντηση σε ένα ασυνήθιστο αντικείμενο. Η απάντηση όμως αυτή έδειξε ότι ελατώνεται σύντομα με το χρόνο, γεγονός που υποδεικνύει ότι το μοντέλο αυτό δεν είναι σε θέση να δικαιολογήσει την δια βίου πορεία του φετιχισμού.

 

Συγκεκριμένα, στο πείραμα του Rachman (1966), φωτογραφίες με γυναικείες μπότες που δεν προκαλούσαν αρχικά σεξουαλική διέγερση, αφού συδυάστηκαν επανηλημμένα με φωτογραφίες γυμνών γυναικών (μη-εξαρτημένο ερέθισμα) προκάλεσαν τελικά σεξουαλική διέγερση όταν ξαναπαρουσιάστηκαν μόνες (εξαρτημένη απάντηση). Η απάντηση αυτή έτεινε να μειώνεται όταν συνεχιζόταν η επίδειξη μόνο φωτογραφιών με μπότες. Υπενθυμίζεται ότι σημαντικοί ενισχυτικοί παράγοντες για τη διατήρηση τέτοιων φαινομένων είναι ο αυνανισμός και ο οργασμός.

 

Άλλες ψυχολογικές απόψεις: Η ανάπτυξη της σεξουαλικότητας χωρίς αμφιβολία επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Η Money (1980, 1984), στήριξε το θεωρητικό της μοντέλο στις ένοιες των προτύπων, που ονόμασε "lovemaps". Μίλησε για "σχήματα εμφυτευμένα στο μυαλό μας" τα οποία δεν ολοκληρώνονται κατά την γέννηση αλλά απαιτούν διαρκή τροφοδότηση από το περιβάλλον. Οι Freund & Blanchard (1993), υποστήριξαν ότι, στους παραφιλικούς γενικά, αλλά και στους φετιχιστές ειδικότερα, υπάρχουν κάποια αναπτυξιακά λάθη στην εντόπιση του σεξουαλικού στόχου. Τα λάθη αυτά στους φετιχιστές οδηγούν σε προσανατολισμό προς μη-ουσιαστικά χαρακτηριστικά του επιθυμώμενου αντικειμένου, για παράδειγμα προς το εσώρουχο της γυναίκας αντί της ίδιας της γυναίκας.

 

Θεωρίες κοινωνικής μάθησης: Η ανάπτυξη του φετιχισμού μπορεί εν μέρει να κατανοηθεί μέσα από το πλαίσιο εμπειριών στο οποίο το άτομο απορρίπτεται από τους άλλους στη διάρκεια καταστάσεων σεξουαλικής έντασης. Ο La Torrre (1980), προσπάθησε να δείξει την ανάπτυξη φετιχιστικής απάντησης σε ένα πείραμα στο οποίο 60 άνδρες εκτέθηκαν σε φωτογραφίες γυναικών που, όπως τους ειπώθηκε, θα μπορούσαν να είναι μελλοντικές σύντροφοι. Στους 30 άνδρες ανακοινώθηκε ότι είχαν απορριφθεί από τις γυναίκες αυτές, ενώ στους στους άλλους 30 ότι επιλέχτηκαν. Κατόπιν, ζητήθηκε από όλους να βαθμολογήσουν την έλξη που ένοιωθαν για την κάθε μία γυναίκα, καταρχήν για το σύνολό της, κατόπιν για τα μέρη της (πχ πόδι), και και τέλος για τα συνοδά αντικείμενα της γυναίκας.

 

Οι άνδρες στους οποίους δηλώθηκε ότι είχαν αποριφθεί βαθμολόγησαν ολόκληρη τη γυναίκα σαν λιγότερο ελκυστική, τα δε μέρη του σώματός της παρόμοια με τη βαθμολόγηση των ανδρών που τους δηλώθηκε ότι είχαν επιλεγεί. Η έρευνα αυτή δημιουργεί ενδιαφέροντα ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της αυτοπεποίθησης, των προηγούμενων εμπειριών, και της αντίληψης της ανασφάλειας, στην ανάπτυξη φετιχιστικής φαντασίωσης και συμπεριφοράς. Εξετάζοντας επίσης θέματα κοινωνικής μάθησης βρέθηκε ότι, άνδρες στην προεφηβική και εφηβική ηλικία είναι πιο ευάλωτοι στο να συνδιάζουν τη σεξουαλική λειτουργία με "σύμβολα" (Gebhard, 1969). Ethology Ο Wilson (1987), συνοψίζοντας τα ethological μοντέλα για την ανάπτυξη του φετιχισμού εξέτασε το ρόλο του ενστίκτου στην συμπεριφορά ανθρώπων και ζώων.

 

Υποστήριξε ότι η σεξουαλική ορμή ενέχεται στη διατήρηση των γονιδίων και ότι οι στρατηγικές συμπεριφοράς που εξυπηρετούν τα σεξουαλικά ένστικτα είναι αρκετά ισχυρές και διακατέχονται από άκαμπτα συναισθήματα που είναι βαθειά ριζωμένα σε κάποια "αρχαία" κομάτια του εγκεφάλου. Ταυτοποίησε τους δύο κύριους ενστικτικούς μηχανισμούς που ενέχονται, διευκρινίζοντας αρχικά το ρόλο των πρωταρχικών μηχανισμών σύμφωνα με τους οποίους ο οργανισμός αντιδρά σε σεξουαλικά ερεθίσματα, ακόμα και όταν είναι απομονωμένος από το αντίθετο φύλο. Κατόπιν, διυκρίνησε το ρόλο της εγγραφής (imprinting), έναν τύπο ειδικής μάθησης στη διάρκεια μιας κριτικής περιόδου της ανάπτυξης, ο οποίος καθορίζει τον τύπο της σεξουαλικής διέγερσης στην μετέπειτα ζωή. Αυτό πιθανότατα σχετίζεται με το οπτικό ερέθισμα στο οποίο εκτίθεται το ζώο στη διάρκεια μιας κριτικής περιόδου κατά την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, στην περίπτωση του φετιχισμού ο μηχανισμός εγγραφής οδηγεί σε μία λανθασμένη εντόπιση του σεξουαλικού αντικειμένου.

 

Κοινωνιοβιολογικές απόψεις: Οι Wilson (1987) και Epstein (1987), δίνοντας έμφαση στους κοινωνιοβιολογικούς παράγοντες συμπέραναν ότι, φετιχιστική συμπεριφορά παρατηρείται και στα ανώτερα θηλαστικά, πιθανόν αναπαριστά μία υψηλής βαθμίδας συμπεριφορική απάντηση-διέγερση που έχει την έδρα του στην κροταφολιμπική περιοχή, ο δε μηχανισμός της έχει πιθανόν γενετικό υπόβαθρο. Επιπλέον, μη-σεξουαλικά ένστικτα, όπως ένα ισχυρό ενδιαφέρον για εξωτερικά αντικείμενα, παίζουν πιθανόν σημαντικό ρόλο στο μηχανισμό δημιουργίας της. Καθαρά κοινωνικοί ή πολιτισμικοί παράγοντες μπορεί επίσης να επηρρεάσουν τη γένεσή της, όπως για παράδειγμα η Κινέζικη κουλτούρα η οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε ειδικά σημεία του σώματος (Wise, 1985). Βιολογικά ευρήματα και υποθέσεις Πρώιμες αναφορές περιστατικών προσπάθησαν να συνδέσουν την εγκεφαλική δυσλειτουργία με την ανάπτυξη φετιχισμού. Για παράδειγμα, αναφέρθηκε περιστατικό με φετίχ τις παραμάνες, οι οποίες αρχικά ασκούσαν αγχολυτική δράση και αργότερα σεξουαλική διέγερση. Αριστερή κροταφική λοβεκτομή είχε σαν αποτέλεσμα την υποχώρηση της παρέκκλισης (Mitchell et al, 1954).

 

Παρόμοια, περιστατικό με όγκο αριστερού κροταφικού λοβού εμφάνισε φετιχισμό (Ball, 1968). Κάποιο άλλο περιστατικό εμφάνισε υπερσεξουαλισμό και φετιχισμό με εστιασμό στα πόδια μετά την ανάπτυξη σκλύρυνσης κατά πλάκας. Ο ασθενής παρουσίαζε σύνδρομο μετωπιαίου φλοιού και διάχυτη εγκεφαλική βλάβη με κυριότερη εντόπιση στις κροταφικές περιοχές (Huws et al, 1991). Αναφέρθηκε επίσης ανάπτυξη φετιχισμού σε άτομο με κρανιοεγκεφαλική βλάβη και έντονα παθολογικό εγκεφαλογράφημα (Pandita-Gunawardena, 1990). Πάντως, είναι αρκετά πρώιμο να δεχθούμε ότι εγκεφαλικές δυσλειτουργίες μπορεί να είναι αποκλειστική αιτία ανάπτυξης φετιχισμού. Για το λόγο αυτό, περισσότερες έρευνες θα πρέπει να εστιασθούν στην οργανική διερεύνηση των ατόμων αυτών (Mason, 1997).

 

Πηγή: www.obrela.gr

Last modified on Πέμπτη, 21 Οκτώβριος 2010 08:48

Leave a comment

Τα πεδία με (*) είναι απαραίτητα προς συμπλήρωση.
Ο κώδικας HTML επιτρέπεται.

Αφεντρα - Mistress Alexandra Greece

 


Greek Sex Cams